εραστος

εραστος
    ἐραστός
    3
    Plat., Luc., Plut. = ἐρατός См. ερατος

Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "εραστος" в других словарях:

  • ἐραστός — beloved masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἔραστος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εραστός — I Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήταν μαθητής του Αποστόλου Παύλου και οικονόμος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Διετέλεσε επίσκοπος της Πονεάδας. Η μνήμη του τιμάται στις 10 Νοεμβρίου. II (4ος αι. π.Χ.). Φιλόσοφος. Οπαδός της Ακαδημίας,… …   Dictionary of Greek

  • ἐραστόν — ἐραστός beloved masc acc sg ἐραστός beloved neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστοί — ἐραστός beloved masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστούς — ἐραστός beloved masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστή — ἐραστός beloved fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστῶς — ἐραστός beloved adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστῷ — ἐραστός beloved masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστότερα — ἐραστός beloved neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐράστου — Ἔραστος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»